βλεπτικός

βλεπτ-ικός, ή, όν,
A of or for sight,

αἴσθησις App.Anth.3.158

; sharpseeing, Hdn.Epim.101 ([comp] Sup.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλεπτικά — βλεπτικός of neut nom/voc/acc pl βλεπτικά̱ , βλεπτικός of fem nom/voc/acc dual βλεπτικά̱ , βλεπτικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικῶν — βλεπτικός of fem gen pl βλεπτικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικόν — βλεπτικός of masc acc sg βλεπτικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικοῦ — βλεπτικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικήν — βλεπτικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικῷ — βλεπτικός of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεπτικώτατος — βλεπτικός of masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.